μελαγχολικός


μελαγχολικός
μελαγ-χολικός, ή, όν, zu schwarzer Galle gehörig, zum Tiefsinn, zur Melancholie geneigt

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μελαγχολικός — of atrabilious masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελαγχολικός — ή, ό (ΑM μελαγχολικός, ή, όν) νεοελλ. 1. αυτός που προξενεί μελαγχολία, βαρυθυμία, ακεφιά («μελαγχολικός καιρός») 2. αυτός που πάσχει από μελαγχολία νεοελλ. μσν. βαρύθυμος, σκυθρωπός, άκεφος μσν. 1. αυτός που έχει δεχθεί έγχυση χολής στο αίμα 2.… …   Dictionary of Greek

  • μελαγχολικός — [мэланхоликос]εκ. меланхолический …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • μελαγχολικός — ή, ό αυτός που έχει ή που προκαλεί μελαγχολία, ο θλιμμένος, ο σκυθρωπός: Μελαγχολικό χαμόγελο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μελαγχολικά — μελαγχολικός of atrabilious neut nom/voc/acc pl μελαγχολικά̱ , μελαγχολικός of atrabilious fem nom/voc/acc dual μελαγχολικά̱ , μελαγχολικός of atrabilious fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελαγχολικώτερον — μελαγχολικός of atrabilious adverbial comp μελαγχολικός of atrabilious masc acc comp sg μελαγχολικός of atrabilious neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελαγχολικωτέρων — μελαγχολικός of atrabilious fem gen comp pl μελαγχολικός of atrabilious masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελαγχολικῶν — μελαγχολικός of atrabilious fem gen pl μελαγχολικός of atrabilious masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελαγχολικόν — μελαγχολικός of atrabilious masc acc sg μελαγχολικός of atrabilious neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελαγχολικώτατον — μελαγχολικός of atrabilious masc acc superl sg μελαγχολικός of atrabilious neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελαγχολικαῖς — μελαγχολικός of atrabilious fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.